Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Για σένα, για το γέλιο σου...

Ήρθε χθές ο Pablo Neruda και μου θύμισε,
πώς γέλαγες
και πως η ψυχή μου άνοιγε όλες τις πόρτες...
σ' ενα όνειρο γλυκό, που μάγεψε τη χτεσινή μου νύχτα...

Quítame el pan, si quieres,
quítame el aire, pero
no me quites tu risa

No me quites la rosa,
la lanza que desgranas,
el agua que de pronto
estalla en tu alegría,
la repentina ola
de plata que te nace.

Mi lucha es dura y vuelvo
con los ojos cansados
a veces de haber visto
la tierra que no cambia,
pero al entrar tu risa
sube al cielo buscándome
y abre para mí todas
las puertas de la vida.

Amor mío, en la hora
más oscura desgrana
tu risa, y si de pronto
ves que mi sangre mancha
las piedras de la calle,
ríe, porque tu risa
será para mis manos
como una espada fresca.

Junto al mar en otoño,
tu risa debe alzar
su cascada de espuma,
y en primavera, amor,
quiero tu risa como
la flor que yo esperaba,
la flor azul, la rosa
de mi patria sonora.

Ríete de la noche,
del día, de la luna,
ríete de las calles
torcidas de la isla,
ríete de este torpe
muchacho que te quiere,
pero cuando yo abro
los ojos y los cierro,
cuando mis pasos van,
cuando vuelven mis pasos,
niégame el pan, el aire,
la luz, la primavera,
pero tu risa nunca
porque me moriría.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Χωρίς ανταλλάγματα...


Αυτή είναι η τρίτη συνεχόμενη πρωτοχρονιά της μοναξιάς του. Δεν παραπονιέται κι ας μη συνήθισε την απουσία της απο τη ζωή του...
Μέσα στο σπίτι βασιλεύει η σιωπή. Όμως καλά κρατά ακόμη ο διάλογός του με τους δαίμονες. Διάλογος που αντιμάχεται της σιωπής και της απουσίας...
Δεν μπορεί να τη ξεχάσει κι ούτε πρόκειται. Επειδή οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν όλα όσα σήμαινε η παρουσία της στη ζωή του, δεν πρόκειται να αλλάξει και τη ζωή του. Έτσι διάλεξε να παραμείνει μόνος...
Διάλεξε τη μοναξιά με πλήρη επίγνωση της απόφασής του. Γι αυτό κι αυτή η παραμονή της πρωτοχρονιάς δεν περιέχει κανένα άλλο πρόσωπο...
Μια βδομάδα πριν, προπαραμονή των Χριστουγέννων αναστήθηκε η μητέρα του! Εκεί που περιμένανε την οριστική σιωπή της, ζωντάνεψε! Και μάλιστα εντυπωσιακά! (ζωή νά ‘χει...) 
Βέβαια τά ‘χει χαμένα, όμως αυτό δεν πειράζει κανένα τους. Η διάθεσή της γύρισε ανάποδα κι απο τους θρήνους και τους οδυρμούς τώρα χαίρεται και χαμογελάει! Τη ρωτούν: 
-- Μάνα τη μέρα που ζωντάνεψες ήτανε Κυριακή και Χριστούγεννα. Τί γιορτάζουμε την επόμενη Κυριακή;
-- Την Κυριακή του  Θωμά! απαντά η μητέρα με σιγουριά κι έχει δίκιο! Αφού σαν να ήταν του Λάζαρου όταν κι αναστήθηκε...
Αντίθετα ο ίδιος δεν περιμένει καμμία ανάσταση. Γνωρίζει πως θα είναι η ζωή του (ζωή, τρόπος του λέγειν, χωρίς εκείνη τι ζωή μπορεί να ζήσει;) μέχρι το τέλος...
Οπότε δεν υπάρχουν κατάλληλες ευχές για το νέο έτος παρά μονάχα μία:
-- Να αντέχετε στα δεινά με καρτερία και σιωπή και δίχως να καρτερείτε ανταλλάγματα...

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Τις νύχτες που η αγρύπνια με καίει...


Τρείς μέρες και τρείς νύχτες τώρα,
μόνος - ολομόναχος
κι ούτε μια λέξη δεν βγήκε 
απ' τα χείλη μου,
ούτε μία!
Όμως
εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου
                               τις νύχτες που η αγρύπνια θα με καίει
τις νύχτες που η αγάπη θα μου φταίει...

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Χωρίς αυτήν, Θεέ μου...

Τη μοναξιά μου βόλεψα σε μια κάμαρα μικρούλα,
κοιτάζοντας τον κόσμο απ' το παράθυρο.
Έχει κρύο, τη νύχτα πιο δυνατό,
πιο δυνατό κι απ' τη σιωπή σου.
Σκιές ανθρώπων που και που
και αυτοκινήτων φώτα,
να με κρατούν σε μια μάταιη αναμονή,
χρόνια τώρα...
Αχ! να έβλεπα τα φώτα σου
καθώς έστριβες για το σπίτι,
καμαρωτή - ψηλόλιγνη να με
κοιτάς ψηλά, χαμογελώντας και
με την κυματιστή σου αλογοουρά
έφευγε η λύπη...
Η λύπη, η μόνιμη συντροφιά
μαζί και η σιωπή
που τρώνε τη ζωή μου...


Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Νύχτα στα όνειρά μου...


Υγρός και κρύος άνεμος ράπιζε το πρόσωπο στη λεωφόρο, έσπρωξε δάκρυα στα μάτια και τα δάκρυα κρυστάλλωσαν και διαθλούσαν φώτα, φώτα λευκά και κόκκινα, φώτα πράσινα, κίτρινα, χρυσά, φανοί πορείας, φλας, και φώτα-στολίδια που πάσχιζαν να δώσουν χρώμα εορταστικό στον παγωμένο δρόμο, στη μουδιασμένη πόλη, στους κατηφείς ανθρώπους. Πάλευαν τα φώτα να σχίσουν το υγρό σκοτάδι, να αραιώσουν την πυκνή θλίψη που τύλιγε την πόλη, πάλευαν σιωπηλά, όπως κάθε χρόνο, μα τώρα διαφορετικά.
Τα Χριστούγεννα είναι τα φώτα τους, είναι αστέρια, καμπάνες και γιρλάντες, στέφουν τους δρόμους, αναστατώνουν πλατείες, τυλίγονται σε δέντρα, αναβοσβήνουν μουσικά σε οικιακά μπαλκόνια, σημαίνουν κρυφές χαρές πίσω από γερτές κουρτίνες. Βλέπεις τα φώτα στις βεράντες και ακούς παλμούς ενοίκων, αφουγκράζεσαι ψυχές απόντων και κεκοιμημένων, που 'ρχονται φωτεινές και πεταρίζουν γύρω από κάγκελα και γλάστρες φυλλοβόλες, χτυπούν ανεπαισθήτως τον υαλοπίνακα, χνωτίζουν φευγαλέα, τόσο που να τις δουν μάτια παιδιού, σκορπούν μνήμη χρυσόσκονη και παίρνουν στεναγμούς. Τα σπίτια, η πόλη, οι άνθρωποι είναι τα φώτα τους.
Φέτος είναι λίγα. Κι άργησαν. Τα μπαλκόνια στέκουνε βουβά, χωρίς σφυγμό, τι να μαντέψεις; Χωρίς δέντρα. Με μαδημένες γλάστρες του Δεκέμβρη. Πολλές αναχωρήσεις, παλικάρια, γέροντες, μεσήλικοι, θα πεταρίζουν ολοχείμωνα χλωμές φωτίτσες να συντροφεύουν και να παρηγορούν. Να σχίζουν τη σκιά.
«Do not go gentle into that good night. / Rage, rage against the dying of the light.» Ο Ντύλαν Τόμας φωτίζει τις νύχτες μας, η βιβλική φωνή του έρχεται από το 1953 σ' ένα μικρόφωνο του BBC: «Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή. / Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή» (μτφρ. Νίκος Ράπτης). Σαν οιακισμός κεραυνού έρχεται ο ποιητής, αιφνίδιος, συνταρακτικός, με γράμμα φίλου, με μια σελίδα του Δικτύου, και καλεί τον πατέρα να μείνει εν οργή κόντρα στο σβήσιμο, να μη χαθεί αβρός, να φύγει μαινόμενος και όρθιος. Δώσ' μας κουράγιο, ποιητή, δώσε φωνή στη νύχτα:
Ανθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ηλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Ομως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πως θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Ανθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κ' εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δώσ' μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει.
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.