Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Οι δρόμοι της νύχτας...

Βγήκε απο το χειρουργείο, άλλαξε ρούχα και βγήκε και απο την κλινική. Κατευθυνόμενος στο parking την είδε. Ήταν μόνη, με τα ρούχα της προπόνησης, πάνω σε μια νησίδα - κύκλο του χώρου στάθμευσης. Κι ήταν σαν να ασκούνταν πάνω σε μια ασπίδα του Μεγαλέξανδρου, που άστραφτε στον ήλιο και η λάμψη δεν τον άφηνε να τη δει καθαρά. Ή μήπως ήταν απο τη λάμψη της ίδιας; 
Του έκανε νόημα να πάει κοντά της...
Έμεινε ακίνητος, αναποφάσιστος, κλείνοντας με απόγνωση τα μάτια του. Η καρδιά του χτύπαγε δυνατά, όπως τότε που την περίμενε τραυματισμένη απο αγώνα... την έβλεπε με ανάμικτη την αγωνία και τον πόθο να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να μυρίσει το σώμα της, να δροσιστεί απ' τον ιδρώτα της, να γεμίσει η ψυχή του αληθινή γυναίκα.
Συγχρόνως ένοιωσε την πίκρα απο την εγκατάλειψή της, το ενδιαφέρον της που μοιράζονταν κρυφά με άλλους, την ανοιχτή πληγή της ίδιας της ψυχής του που πόναγε... πόναγε πολύ...
Άνοιξε τα μάτια και δεν την είδε! Είδε ενα άδειο δωμάτιο κι ένοιωσε ενα μαξιλάρι μουσκεμένο απο τον ιδρώτα του. Η νύχτα είχε πολύ δρόμο ακόμη...

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Yellow moon...

Η χθεσινή Πανσέληνος ξεθώριασε απόψε... πήγε και κρύφτηκε πίσω απ' τα μαύρα σύννεφα. Κρύφτηκε απο το βλέμμα του στην πρώτη "επέτειο" της μοναξιάς του. Μοναξιά - ποινή ισόβιας καταδίκης που ο ίδιος διάλεξε να εκτίσει, αρνούμενος να συμβιβαστεί με τη μοίρα, με τη ζωή.  Κι αν ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές, η θεραπεία τούτη δεν τον αφορά. Επειδή υπάρχουν και πληγές αγιάτρευτες, όπως η δική του...
Είδε σχεδόν όλα τα περάσματα της Πανσέληνου στον πρώτο χρόνο. Μέτρησε με το σημάδι της τον αχανή χρόνο. Χωρίς επιθυμία, χωρίς ελπίδα. Σαν ένα σταθερό ρολόι φυλακής που κι αυτό είναι χρήσιμο για κάθε ισοβίτη. Κι όπως ο ισοβίτης κλείνεται στον εαυτό του, αναγκασμένος απο την ποινή να επιμερίσει τη ζωή του, το ίδιο κι αυτός,  ελάττωσε τη ζωή και τη προσάρμοσε μόνο στ' απαραίτητα: επειδή έχασε τον κόσμο! 

Μοναξιά μου τίποτα...

Σκοτεινιάζει. Στα θεμέλια τ' ουρανού πύκνωσαν τα μαύρα σύννεφα κι η μακρινή λάμψη της αστραπής προμηνύει το απογευματινό μπουρίνι. Τ' αεράκι ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και φουριόζο διώχνει τα φύλλα απ' το μπαλκόνι. Το παράθυρο και το μπαλκόνι του είναι η ματιά του στον κόσμο. Περιορισμένα μεν όμως η ματιά του. Τα υπόλοιπα τα διαλογίζεται όταν δεν τα συλλογίζεται...
Έμαθε να βλέπει απο μέσα. Απαλλαγμένος απο το φως που "κρύβει" την αλήθεια. Μέσα απο τις σκιές και τις αντανακλάσεις οξύνθηκε η όραση κι η φαντασία του. Γνωρίζει χιλιάδες άχρηστες πληροφορίες. Διαβάζει εντατικά για να μάθει ακόμη περισσότερες. Ίσως έτσι στεγνώσει τη μοναδική αλήθεια που γνώρισε. Την πιότερο έντονη, την πολυτιμότερη και σπουδαιότερη. Που έγινε πληγή και δεν κλείνει...
Αληθινά, πόσο σπουδαίο είναι να είσαι ερωτευμένος! 
Μόνο που χρειάζεται δυο για να υπάρχει νόημα και πάθος... Στην αλήθεια αυτή δεν υπάρχει πλέον εκείνη. Που δεν μπορεί να είναι όποια όποια, κι ούτε μπορεί να αντικατασταθεί... Χρειάζεται εκείνη, την ίδια που ανέτρεψε ολόκληρη τη ζωή του, σαν μοιραία επανάσταση, σαν  ζωοδόχος κεραυνός που έκαψε όλα τα άχρηστα... απο εκείνη που άντλησε την άφατη δύναμη που κινεί βουνά... Μυριάδες βολτ, ηλεκτροσόκ που τον κλόνισαν συθέμελα, χωρίς να τον σκοτώσουν. Αντίθετα τον γέμισαν δύναμη και αισιοδοξία. Που θα μπορούσε να νικήσει κάθε δυσκολία, χωρίς απώλειες...
Αυτά όμως πέρασαν... και διάλεξε να μείνει μόνος. Χωρίς συντροφιά, χωρίς φίλους... κανένα! Μόνο σκέψεις και αναμνήσεις που πότε - πότε αφήνει να γραφτούν στο πληκτρολόγιο...
Η βροντή κατρακυλά στα μαύρα σύννεφα... προειδοποιεί για τον επερχόμενο χαλασμό. Όμως για εκείνον ο χαλασμός είναι συντελεσμένος. Οπότε δεν φοβάται πια απο τίποτε...

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Αντιγράφω το περσινό καλοκαίρι...

Πέρισυ, τέτοιες μέρες απόμεινε μόνος. Δύσκολες μέρες. Τότε διάλεξε να μη κρατηθεί απο κανένα χέρι. Επειδή το χέρι της δεν απλώθηκε ποτέ για βοήθειά του. Κι ας ήξερε πως περνά δύσκολα. Δύσκολα για εκείνον δύσκολα και για εκείνη. Μόνο που εκείνη αναζήτησε αλλού τη νύχτα της. Κρυφά, μυστικά και δίχως να τον λογαριάσει... Όπως είχε κάνει και παλιότερα...
Έτσι προδόθηκε μια όμορφη ιστορία κι άρχισε ο ατέλειωτος εφιάλτης...
Τούτο το καλοκαίρι επαναλαμβάνει το περσινό. Η θάλασσα δεν θα τον δεί ούτε κι ο κόσμος. Αντίστροφα πορεύται στο τέλος του χρόνου,  που του αναλογεί. Μόνος όσο ποτέ! Μόνος κι αποφασισμένος να μη ξαναδοκιμάσει καμμιά επιθυμία. Μια -  μια τις διαγράφει απο τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Έτσι παύει να υπάρχει σαν άνθρωπος. Ακονίζει τη νοημοσύνη σε ασκήσεις λιτότητας, αφαίρεσης, κατάργησης. Για να  γλυτώσει...
Πώς θα γλυτώσει;
Μ' ένα ποτήρι θάνατο...

Σκυφτός στο δειλινό...

Σκυφτός στο δειλινό, ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Εκεί γιγαντώνεσαι και καίει στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που χτυπάει τα χέρια σαν τον ναυαγό.

Κάνω σινιάλα κόκκινα, στ' αφηρημένα μάτια σου
που κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια κάποιου φάρου.

Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου γυναίκα μακρινή, δική μου,
στιγμές από το βλέμμα σου προβάλλει η έκτη του τρόμου.

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
σ' εκείνη τη θάλασσα που φουρτουνιάζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που σπιθίζουν σαν την ψυχή μου όταν σ' αγαπώ.

Στη σκοτεινή φοράδα της καλπάζει η νύχτα
σκορπώντας γαλάζια στάχυα πάνω στον κάμπο.

Πάμπλο Νερούντα