Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Παλιό όνειρο της εφηβίας...


Τι θέλεις τι ζητάς
                            πού 'ναι το νόημα που σου 'πεσε απ' τα χέρια
Η μουσική που ακούς μόνος εσύ και τα γυμνά
Πόδια που αλλάζουν γη σαν της χορεύτριας
Ενώ τινάζεται ο κομήτης των μαλλιών της και μια σπίθα
Πέφτει μπροστά σου επάνω στο χαλί
Κει που κοιτάς να σε απατά η αλήθεια

Πού πας ποια θλίψη ποιο καιούμενο
Φόρεμα είναι αυτό που σου αποσπά τη σάρκα ποια
Μεταποιημένη αρχαία πηγή για να σε κάνει να χρησμοδοτείς
Έτσι φύλλο το φύλλο και βότσαλο το βότσαλο



Έφηβε γονατιστέ στον διάφανο βυθό
Που όσο κοιμάμαι και ονειρεύομαι τόσο σε βλέπω ν' ανεβαίνεις
Μ' ένα πανέρι πράσινα όστρακα και φύκια
δαγκάνοντας σαν νόμισμα τη θάλασσα την ίδια που
Σου 'δωκε τη λάμψη αυτή το φως αυτό το νόημα που γυρεύεις.

απόσπασμα απο τον ικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Hurting lies...


People still ask about you and me. About us...
It's so strange...
They keep us, in their mind, as undivided, as if we are one...
It's so sweet...
and yet so bitter and  hurting lie, that lasts as all the great life lies.

— How is she?

Many of those who ask about us and still believe that we we cannot be separated,
invite us...
They do strong believe that it's impossible that we no longer exist together...
So I flinch to answer the truth and I let them believe as they wish to...

Or as I wish to?

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Με πέταξες...

...και συ που ήρθες μια βραδυά να μου ζεστάνεις την καρδιά...

Δεν ήταν πυρετός ούτε παραλήρημα. Δεν ήταν εφιάλτης ούτε ήταν όνειρο. Στις νύχτες υπάρχει, εκλύεται μια παράξενη δυναμική όπου το ασυνείδητο κυριαρχεί. Πιάνει την πραγματικότητα και την μετατρέπει σ' ένα σκηνικό, σαν θέατρο. Πάνω στη σκηνή είναι εκείνη αλλά κι εκείνος, που ταυτόχρονα είναι και ο μοναδικός θεατής.

...ποτέ μου δεν λησμόνησα τη μοναξιά τη φόνισσα...

Παίζει μαζί του. Παίζει, ενώ έχει αντιληφτεί πως κι εκείνος το καταλαβαίνει. Κι αν μένει εκεί πάνω στη σκηνή, υποδυόμενος τον ανήξερο, είναι επειδή δεν μπορεί να φύγει, δεν μπορεί να την αρνηθεί. Επειδή υπακούει σε άλλες αξίες, σε άλλες αρχές, απο πολύ παλιά φερμένες..

...με πέταξες, αλλοίμονο, στο μαύρο καταχείμωνο...

Και το κάνει για να ξεπλύνει τις πληγές μιας ζωής κολασμένης, που την κουβάλαγε μέχρι να γνωριστούν, μέχρι να ζήσει μαζί της τα  καλύτερα χρόνια της ζωής του.

...με πρόδωσες και μ' έφτυσες. ήσουν χαρά και ξέφτισες,
και ξέφτισες...

Τώρα γυρεύει τη φωτιά, να βάλει τέτοια πυρκαγιά, που να κάψει τον κόσμο μέσα του, να τον κάψει ολοσχερώς και να καεί μαζί του, βλέποντας με την τελευταία του ματιά τον καπνό της σιγουριάς πως το κατάφερε...

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κι εγω πάντα εκεί...


Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

..........................

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:


..................................


Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο

Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
        τον Παράδεισο!

(αποσπάσματα απο το "Μονόγραμμα" του Οδυσσέα Ελύτη)

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Τι όμορφο να σ' αγαπούν...

Ανάμεσα στους εφιάλτες, που βασανίζουν τις νύχτες του, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Όπως απόψε. Ήρθε στα όνειρά του όπως παλιά... καθυστερημένη! Μπήκε στο αυτοκίνητο και πλημμύρισε ο κόσμος με το άρωμά της. Η παρουσία της άστραψε στη νυχτιά του, έδιωξε όλη την πίκρα και χαλάρωσε με τα ιαματικά της χάδια και φιλιά.
Σαν να μη πέρασε μια μέρα...
Οδήγησε τραγουδώντας Verdi και Pucini μέχρι την εσχατιά της Ουρανούπολης. Μαζί τους κι ένα λαμπρό φεγγάρι που έλουζε το δρόμο τα δάση και έβαφε τα ακρογιάλια μ΄ ασημικά πανέμορφα, πολύτιμα...
Η αγάπη της ξεχύνονταν αβίαστη, ατέλειωτη καθώς τιτίβιζε ασταμάτητα, εξιστορώντας τις μέρες και τις νύχτες της για τη δουλειά και τους ανθρώπους. Σαν άγγελος θεόσταλτη γιάτρεψε τη ψυχή του κι ο πόθος του για εκείνη ανάβλυσε αβίαστα, σαρώνοντας κάθε δισταγμό.
Πάλεψαν ατέλειωτα στα φεγγερά σεντόνια. Ο πόθος ο αληθινός κυρίεψε το χρόνο, έδιωξε την ατέλειωτη λύπη, σβήνοντας κάθε ίχνος της απο τη μνήμη...
Ανάσκελα, στα αχανή σεντόνια ήτανε τα δακρυσμένα μάτια της που τον καθήλωσαν.
— Γιατί; ρώτησε ανήσυχος για τα δάκρυά της.
— Επειδή μου έλειψες, του απάντησε τρυφερά...